επτάμιτος

ἑπτάμιτος, -ον (Α)
1. με επτά μίτους, κλωστές
2. με επτά χορδές.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑπτάμιτος — seven stringed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπτάμιτον — ἑπτάμιτος seven stringed masc/fem acc sg ἑπτάμιτος seven stringed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταμίτου — ἑπτάμιτος seven stringed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταμίτῳ — ἑπτάμιτος seven stringed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • LYRA — I. LYRA instrumentum Musicum, cuius inventio Mercurio tribuitur, qui quumi pedem in aridam testudinem, sic Varroni dictam, quod testâ tegatur, impegislet, animadvertit sonum reddi ex nervis illius siccitate intensis: quod tamen paulo aliter… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.